Showing posts with label Masterpiece. Show all posts
Showing posts with label Masterpiece. Show all posts

Thursday, April 23, 2009

There Will Be Blood


Στα ηχεία μας σήμερα:
Violin Concerto in D major Op.77
Allegro giocoso
του
Johannes Brahms
(Από το soundtrack της ταινίας)


One Man's Masterpiece ( Paul Thomas Anderson )

One Man Show ( Daniel Day-Lewis )

Based on the novel OIL
by
Upton Sinclair

Ο Paul Thomas Anderson ήταν ένα μειράκιον σχεδόν, όταν έκανε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία το περίφημο Boogie Nights το 1997, σε ηλικία περίπου 26 ετών, με ωριμότητα, σοφία και τολμηρή διείσδυση σε τραχείς και δαιδαλώδεις κόσμους, στα καταγώγια και τους παράδρομους του λαμπερού Χόλιγουντ, αγγίζοντας το ευαίσθητο και αμαρτωλό θέμα των pornostars. Είχε βέβαια προηγηθεί το Hard Eight, εξίσου τολμηρό και σκηνοθετικά άψογο.
Συνεχίζει με την υπέροχη Magnolia του, όπου κατόρθωσε να εκμαιεύσει την καλύτερη ερμηνεία που έδωσε ποτέ ο Tom Cruise, αλλά και όλου του υπόλοιπου καστ, με αποκορύφωμα την συγκλονιστική ερμηνεία του Jason Robards, για να μάς δώσει λίγα χρόνια αργότερα το τρυφερό, γλυκόπικρο ρομάντζο Punch-Drunk Love (2002).

Μα ποιός είναι τέλος πάντων αυτός ο νεώτατος δημιουργός, σκηνοθέτης-συγγραφέας-παραγωγός, που με κάθε νέα δημιουργία του είναι ένας άλλος;
Κάποιος διαφορετικός;
Ο ίδιος έχει πει σε παλαιότερη συνέντευξή του, ότι φιλοδοξεί να καταπιαστεί
ΜΕ ΟΛΑ τα κινηματογραφικά είδη, επειδή πολύ απλά ξέρει,
ότι μπορεί να το κάνει με επιτυχία!

Και ποιός, τελικά, μετά από το ανατριχιαστικά αποτροπιαστικό νέο του αριστούργημα
THERE WILL BE BLOOD, μπορεί να τον αμφισβητήσει;
Ουδείς, αγαπητοί μου, σάς διαβεβαιώ!
Διότι ο κύριος Anderson, με την νέα του δημιουργία, όχι μόνο μπήκε με τιμές και δόξες στο πάνθεον των μέγιστων της 7ης Τέχνης, αλλά για άλλη μια φορά κατόρθωσε να αποσπάσει άλλη μια μοναδική ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή του οδηγώντας τον κατ' ευθείαν στο Όσκαρ!
Και βέβαια, αν υπήρχε μια χρονιά, που το Όσκαρ σκηνοθεσίας (τουλάχιστον!) θα μπορούσε να μοιραστεί σε δύο ταινίες, αυτή θα ήταν η φετινή!
Η μουσική στο There Will Be Blood είναι ο βασικός μοχλός, που κινεί και αναμοχλεύει το δέος. Μια πλημμύρα ήχων, αρμονιών και δυσαρμονιών αναβράζει άλλοτε σε minor κι άλλοτε σε major κλίμακες, όπως ακριβώς αναβράζει και το πανάκριβο χρυσάφι της γης.
Η πρώτη σκηνή είναι ένα οξύ, δυσάρεστο άκουσμα, ένα τρόχισμα μετάλλων μεταξύ τους, ήχος πρωτόγονος και ανατριχιαστικός!
Κι αυτή πρώτη ανατριχίλα, που διαπερνάει την ραχοκοκκαλιά, συνοδεύει τον θεατή σε όλη την διάρκεια της ταινίας, επικουρούμενη από το άλλοτε, επίσης ανατριχιαστικό, κι άλλοτε ζοφερά επιβλητικό ηχητικό σφυροκόπημα, για να ολοκληρωθεί με το

Violin Concerto in D major Op.77,
Allegro giocoso
, του Johannes Brahms, στα credits του τέλους!
Ένα ψηφιδωτό, που τα κομμάτια του συντίθενται αργά, ο Θεός, ο δαίμονας, οι δεισιδαιμονίες,
η απάρνηση όλων των συναισθημάτων, των φόβων και όλων των μεταφυσικών εμμονών, είναι το θέμα με το οποίο καταπιάνεται σε όλες του τις ταινίες ο Anderson, στην κάθε μια θωπεύοντάς το με διαφορετικό τρόπο.
Εδώ το puzzle συμπληρώνεται με την τελευταία ψηφίδα, αυτή του αίματος.
Στο αστραφτερό πάτωμα της πλούσιας κατοικίας του ο oil man, o πετρελεάς, έχοντας απαρνηθεί όλες τις άλλες του ιδιότητες, ακόμα κι αυτήν του family man,
για την οποίαν υπερηφανευόταν και η οποία ήταν το άλλοθί του για να καρπώνεται εύκολα, ανώδυνα και ειρηνικά απέραντες εκτάσεις γής, οι οποίες κόχλαζαν κολασμένα από τον μαύρο χρυσό, που κουβαλούσαν στα σπλάχνα τους, συντρίβει με πολλαπλά χτυπήματα όλες τις αμαρτίες, τις δεισιδαιμονίες, όλες τις θρησκοληπτικές εμμονές
και τις θεόσταλτες αποκαλύψεις προσωποποιημένες στον γλοιώδη και άπληστο ιερέα, για να μείνει στο τέλος μόνος κυρίαρχος, αυτός και το μαύρο χρυσάφι!
Λιωμένος από το ποτό, αλλά αμετανόητος!
Φιγούρα, όχι τραγική, αλλά πρωτοζωική και αρχέτυπη!
Λιγομίλητος, χωρίς συναισθήματα, αλλά όχι απογυμνωμένος!
Ανοχύρωτος αλλά όχι ηττημένος!
Με απέχθεια για την πλειονότητα των...ανθρώπων!
Αυτό το σχεδόν primal being, είναι απείρως πιο διαφανές (κι ας είναι μόνιμα βουτηγμένος στο πετρέλαιο) από τον δαιμονικό ιερέα, τον Ηλάι,
ο οποίος σκιαγραφείται πολυσύνθετα διαβρωμένος, θολός, βρώμικος, παραληρηματικός, ( ο ιδεοληπτικός θρησκευτικός ιδεασμός του, αποδίδεται τόσο έντεχνα από τον νεαρό Paul Dano, που άνετα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον αριστουργηματικό "Apostle" του Robert Duvall ! - αν δεν το έχετε δει ακόμα, σας παρακινώ να το δείτε! ) εξουσιαζόμενος τόσο από γήινες όσο και από δαιμονικές εμμονές, ώστε ακόμα κι ο σταυρός στο στήθος του
φαντάζει εργαλείο του διαβόλου.
Η ταινία δεν είναι απλά το μωσαϊκό μιας εποχής στην αναζήτηση του μαύρου χρυσού!
Ο Anderson της δίνει τρομακτικές διαστάσεις.
Αντιστρέφοντας τα είδωλα, ανατρέποντας τους κανόνες, ο πετρελεάς αναδεικνύεται ο αυθεντικότερος όλων, αφού όλες του οι πράξεις υπαγορεύονται από μια άγραφη δική του ηθική, που είναι πιο ακέραιη από αυτή των θρησκόληπτων και φοβισμένων ανθρώπων, οι οποίοι εκστασιασμένοι αναζητούν το Αίμα του Κυρίου, μέσα στην εκκλησία της 3ης αποκάλυψης του σεληνιασμένου Ηλάι!


Η σχέση του Daniel Plainview με την γη και το πετρέλαιο, είναι σχέση ερωτική, σχέση παθιασμένη, παροξυσμική!
Το προϊόν αυτής της οργασμικής σχέσης, το χρήμα, παρά το γεγονός ότι είναι το τρυφερό φιλέτο, που αφηνιασμένα αγωνιά να γευτεί, τελικά δεν φαίνεται να κινεί τα νήματα των επιδιώξεών του. Η κατάκτηση του αδύνατου τον στοιχειώνει!
Αποκτά μεγάλα κεφάλαια, γίνεται μεγιστάνας του μαύρου χρυσού, αλλά εξακολουθεί να κοιμάται στο πάτωμα. Όμως ποτέ δεν σέρνεται στο χώμα!

Ο Daniel Plainview είναι ο πιο γήινος και "αμόλυντος" άνθρωπος της ταινίας!
Και ο Daniel Day-Lewis με την βαθιά, γεμάτη όγκο φωνή του και την μοναδική του
ικανότητα να "ντύνεται" τους ρόλους του,
έχει δώσει μια καταπληκτική ερμηνεία!


Κatia A.. 2008

Μαύροι, κατάμαυροι Coen bros


No Country For OLD MEN

Ο τίτλος της ταινίας των αδελφών Coen καίριος!
Η ελληνική του απόδοση, όχι ακριβής. Για την ακρίβεια παραπλανητική!
Παραπέμπει σε μεγάλα και ένδοξα western. με την μόνη διαφορά, ότι η ταινία κάθε άλλο παρά, αυτό που ονομάζουμε, κλασικό western είναι.
Διαδραματίζεται στο Texas, στον ιδιότυπο αυτόν γεωγραφικό τομέα των ΗΠΑ, όπου ακόμα ισχύει η θανατική ποινή και όπου ακόμα νωπό και ζεματιστό είναι το χώμα από το αίμα των κάθε λογής "νόμιμων" και παράνομων ( outlaws), που στοιχειώνουν τον τόπο.
Αν θεωρήσουμε, ότι οι γέροντες είναι μελλοθάνατοι, η ελληνική απόδοση έχει ένα έρμα. Αλλά παρ' όλα αυτά, η βαρύτητα του τίτλου και ολόκληρης της ταινίας πέφτει στις λέξεις "old men".
Και περί αυτού ακριβώς πρόκειται: Δεν υπάρχει χώρος, τόπος, πατρίδα/χώρα για τους γέροντες, αυτούς που με την σοφία της ηλικίας και την πείρα, οσμίζονται, ότι κάτι έρχεται, κάτι ακατανόητο, κάτι απειλητικό, κάτι άγνωστο και επικίνδυνο, κάτι το οποίο δεν μπορούν να σταματήσουν.

( Αυτά στην δεκαετία του '80.
Το 2008 είναι ήδη διαμορφωμένος ο εφιάλτης! )

Παραίτηση ή εξοστρακισμός από το ιδιόμορφο αυτό νέο καθεστώς, αυτήν τη νέα τάξη πραγμάτων, το βίαιο φάντασμα της οποίας τριγυρνά πάνω από τα κεφάλια τους, ζοφερό, αμίλητο, αιμοσταγές και αλάνθαστο σαν καλοκουρδισμένη φονική μηχανή;
The Old Men of the South, αποτραβηγμένοι στη σκιά, με παλιές πληγές, που έχουν κλείσει τόσο, ώστε να μένουν πάντα ανοιχτές, μετρούν τους θανάτους, τους πυροβολισμούς, τα θύματα και τους θύτες, αντιμετωπίζοντας μια νέα μορφή βίας, την βία του χρήματος.
Του βρώμικου χρήματος!
Είχα να δω τόσο συγκλονιστική αποτύπωση της σημειολογίας του χρήματος, από την ταινία του Robert Bresson The Pickpocket, (μερικά χρόνια πριν, σε ειδικό αφιέρωμα για τον καταπληκτικόν αυτό σκηνοθέτη), όπου το (βρώμικο κι εύκολο) χρήμα αλλάζει χέρια με ταχύτητα αστραπής, ενώ ο φακός μονίμως εστιάζει στα χέρια.
Εδώ, οι Joel and Ethan Coen φωτογραφίζουν την γνήσια όψη του χρήματος. Το ακριβό χαρτονόμισμα είναι πάντα βουτηγμένο στο αίμα. Όσες φορές προτείνεται για συναλλαγή, το χρώμα του είναι κόκκινο και η υφή του είναι ξεφτισμένη σαν ένα κουρελόχαρτο!
Κι όμως!
Αυτό το κουρελόχαρτο, εμμέσως, είναι φονικό όχημα για όσους το φέρουν επάνω τους. Γιαυτό πάντα προτείνεται σε αμέτοχους, αλλά καθόλου αθώους, τσαλακωμένο και ματωμένο, και αυτοί, μετέχοντας πλέον, συναλλάσσονται για να το αποκτήσουν, χωρίς να ενδιαφερθούν για τα αποτυπώματα της σφαγής που προηγήθηκε. Το χρήμα συνεχίζει το ταξίδι του, κρίνοντας και επιλέγοντας, ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Ακόμα και ο πιτσιρικάς, που αρχικά χαρίζει το πουκάμισό του στο φάντασμα της βίας, στο τέλος της ταινίας, ανιδιοτελώς και χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα, όταν το παίρνει στα χέρια, λεκιασμένο από το αίμα, αρχίζει να συναλλάσσεται!
Η ταινία είναι μια κατάβαση στον Άδη. Χωρίς οδό διαφυγής. Ο μόνος επιζών, είναι η παράλογη και τυφλή βία, η οποία απομακρύνεται κάτω από το συναινετικό βλέμμα των δεκατετράχρονων, οι οποίοι της έχουν ήδη παράσχει κάλυψη, με αντάλλαγμα ένα ματωμένο χαρτονόμισμα.
Το ταξίδι, που επέλεξαν να μάς ταξιδέψουν τα αδέλφια Coen, μάς αφήνει μια πικρή και στυφή γεύση στο στόμα από χώμα, αίμα και θάνατο.
Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, κατά μια τραγική συγκυρία, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους το περνούν κολυμπώντας σε αφρισμένα ποτάμια απαισιοδοξίας!
Τα δυο αδέλφια δεν αποτελούν εξαίρεση.
Για τους Coen, το ιλιγγιώδες ράλι της βίας και του παραλογισμού της σύγχρονης Αμερικής, που άρχισε με το Blood Simple και συνεχίστηκε με το Fargo, φαίνεται να έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του εδώ.

Η ταινία είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε ατόφιο, γνήσιο σινεμά!
Την παρακολουθείς με κομμένη την ανάσα. Ειδικά το 1ο μέρος, με την συγκλονιστική σκηνοθεσία, τις σκονισμένες εκτάσεις της ερήμου, τα κουφάρια ανθρώπων και ζώων, τα στοιχειωμένα, εγκαταλελειμμένα αμάξια στην μέση του κρανίου τόπου, το αέναο παιχνίδι του ποντικιού με τη γάτα, τους ελάχιστους διαλόγους και τις συγχρονισμένες, χορογραφημένες και απελπισμένες κινήσεις, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο, με συνεπήραν!
Το 2ο μέρος με έστησε στον τοίχο, καθώς ένιωσα την μυρωδιά από τα ματωμένα χρήματα στα ρουθούνια μου κι έψαχνα μια μικρή χαραμάδα για να βγω από το λαγούμι!
Μάταια!
Οι Coen, ( ή μήπως εμείς οι ίδιοι;), έχουν κλείσει όλους τους δρόμους διαφυγής.

 Κatia A. 2008

You created a blood bath! Yes, sir, Μr. Burton!



Στα ηχεία μας σήμερα:
Symphony no 9
Allegro ma non troppo, un poco maestoso
του
Ludwig van Beethoven



Blood! Blood!
Το αίμα ρέει άφθονο στην μακάβρια όπερα του Tim Burton. Και ο ίδιος δείχνει να το διασκεδάζει!
Μάστορας, όσο ελάχιστοι, στο να δημιουργεί την πιο ζοφερή gothic αισθητική, το πιο μακάβριο σύμπαν, μάς βυθίζει, μαζί με τη λεπίδα του δαιμονικού μπαρμπέρη, βαθιά μέσα στο μυαλό, τρεις αποκαλυπτικές λεξούλες με την εξής σειρά:

Εκδίκηση
Ομορφιά
Ανθρωποφαγία

Beautiful women motivate men!
Beautiful women are the consolation of men!
Beauty can save a man or destroy him!

Αλλά όταν η ομορφιά, παύει να είναι αναγνωρίσιμη ως τέτοια, όταν χαθεί και δώσει τη θέση της στην ασχήμια και την φθορά, τότε γκρεμίζεται στα βρωμερά υπόγεια, σφαγιασμένη και αυτή (άμοιρη Lucy!), όπου σήπονται όλοι οι "άσχημοι" της κοινωνίας, η οποία πυορροεί σαν μολυσμένη πληγή και χρειάζεται ο κλίβανος, η αδηφάγα φωτιά, για να την καθαρίσει!
Αλλά και πάλι! Η δυσοσμία ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα, βρωμίζοντας τον αέρα, τον ουρανό!
Και είναι η όμορφη Λούσυ, που το "οσμίζεται"!

Από την βρώμα της κοινωνίας, δεν ξεφεύγεις, δεν ξεπλένεσαι εύκολα!
Λέει ο - περισσότερο επιθετικός από ποτέ - Mr. Burton!
Δεν σταματά εκεί, βεβαίως!
Τεμαχίζοντας το μικρό του σαπισμένο κοινωνικό σώμα, με ανηλεή τρόπο, το παραδίδει στις ορέξεις των νυν "ανθρωποφάγων" και μελλοντικών θυμάτων της Mrs. Lovett!
Love it? Well then, enjoy it!
The human meat, of course!


Η Mrs. Lovett αλέθει τα θύματα του Μίστερ Τι, στα βρωμερά υπόγειά της και τa σερβίρει μέσα σε crunchy ζύμη, οι διάσημες κρεατόπιτες της ευφάνταστης κυρίας είναι φτιαγμένες από τα ευυπόληπτα μέλη του μουντού και εφιαλτικού Λονδίνου!
(No place like London!)

O Burton δεν μασάει τα λόγια του!
Αλίμονο, μετά από τόσες δημιουργίες, τέτοιες γερές δόσεις από απλόχερα σερβιρισμένο εφιάλτη,
να μην έφθανε στο σημείο να φτύσει στα μούτρα το κοινό!

"Βρίζοντας το κοινό", λοιπόν και φτύνοντάς το,
πετώντας του στα μούτρα συντριβάνια αίματος,

βοηθάει τον δαιμονικό μπαρμπέρη να τους "καθαρίζει", να τούς ξεπαστρεύει με συνοπτικές διαδικασίες, έχοντας πρώτα δηλώσει λυρικά, ότι αφού ανθρωποφάγα είναι η κοινωνία και όλοι θα φαγωθούν μεταξύ τους, γιατί να μη δώσει σε αυτό το μακάβριο φαγοπότι λίγη φαντασία και νοστιμιά, μετατρέποντας τις πλαδαρές, ή τις σφιχτές (του ηθοποιού! Πάλι καλά, κάπως σώζεται η υπόληψη της ποιότητας του κρέατος των καλλιτεχνών, αν και ούτε αυτοί γλιτώνουν την κιμαδοποίηση!), ή τις παχιές γεμάτες λίπος, ή τις άνοστες, ή τις σιτεμένες, (ο ποιητής δεν θα σφαγιαστεί από την λάμα του κουρέα, , ο μόνος που ουσιαστικά έχει λόγο ύπαρξης, γιατί εν μέσω ενός συρφετού ζωντανών νεκρών, δεν ξέρει καν αν ζει!! Τόσο φευγάτος είναι!! Ο Tim, σαν γνήσιος ποιητής, διασώζει το συνάφι του -μας ),
σάρκες
σε πιτούλες λαχταριστές, γεμάτες μπαχαρικά και πικάντικα υλικά;

Τα Τάρταρα της ανίερης κουζίνας της αξιότιμης κυρίας - μα δεν την αγαπάτε πολύ; - Lovett, δουλεύουν πυρετωδώς, εξυπηρετώντας κάθε γαστριμαργικό γούστο!


Και ο έρωτας;
Τι θέση έχει ο έρωτας σε όλα αυτά;
Α! Ο Tim υποκλίνεται στον έρωτα!
Η μικρή Joanna, αγνή και όμορφη σαν ανοιξιάτικος μίσχος και ο Anthony, τολμηρός και τρελλά ερωτευμένος, παίρνουν μια γεύση από το λουτρό αίματος, μέσα στο οποίο κολυμπάει μακαρίως η κοινωνία τους.


Τα όνειρα της Mrs. Lovett για ένα ηλιόλουστο, γαλήνιο οικογενειακό μέλλον με παράθεση δείπνων σε φίλους, σε ένα όμορφο ειδυλλιακό σπίτι στις ακτές του English Channel, όπου θα ατενίζει την θάλασσα, δίπλα στον (Θεέ μου, κάνε να γίνει!) αγαπημένο της Μίστερ Τι, καίγονται στην κυριολεξία, μαζί με το κατάλευκο πρόσωπο, το τολμηρό μπούστο και τα χρυσά νομίσματα, στον αποτρόπαιο κλίβανο!
Ενώ ο Mr. Todd, με την υπέροχη κατατομή και τα δαιμονικά μάτια, θρηνεί την αγαπημένη του Lucy, που ο ίδιος θυσίασε στον βωμό της εκδίκησης, και η οποία
once upon a time, motivated his whole world with her superb beauty!

Because, Beauty Makes The World Go Round
and Round
and Round
and Round...

Κatia Α. (Lucy) 2008


Du Levande ( Εσείς, οι Ζωντανοί (...Νεκροί ) )




Νύχτες Πρεμιέρας στην Αθήνα

13ο Φεστιβάλ Διεθνούς Κινηματογράφου
στο Κλεινόν μας Άστυ

Ο Roy Andersson, μετά από το δυσοίωνο και εφιαλτικό "Τραγούδια από τον 2ο Όροφο", κινηματογραφημένο το 2000,
που είχα δει στον ιστορικό κινηματογράφο Studio (δυστυχώς έκλεισε!),
επανέρχεται, πιο ώριμος, πιο τολμηρός, πιο αθυρόστομος, πιο ρηξικέλευθος, και δίνοντας τη λύση, που είχε αφήσει ελλιπή στην προηγούμενη ταινία του...

Σουηδία, η χώρα της ευημερίας και του ιδανικού, κοινωνικού συστήματος,
που λειτουργεί σαν αλάνθαστος ελβετικός μηχανισμός ρολογιού ακριβείας!
Η χώρα, που τα κοινωνικά γρανάζια είναι τόσο καλολαδωμένα και θεωρητικά, όλα λειτουργούν στην εντέλεια!
Ακούγεται η ιδανική "πολιτεία", (Πλάτων και Γκαίτε ορίζουν τη ευτυχία και την λήθη εδώ), για να βιώνει κανείς την καθημερινότητά του;
Ίσως! Ίσως από ψηλά!
"Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά", σύμφωνα με το δικό μας άσμα.
Από ψηλά, η πόλη φαντάζει μια λίμνη γαλήνης, μια παραμυθία (παρηγοριά στην σύγχρονη ζούγκλα), μια ζωγραφιά, μια αγγελικά πλασμένη τοποθεσία, με ποτάμια, νερά, γεφύρια, πράσινο, πράσινο, όπου φτάνει το μάτι...
Αλλά από κοντά...αφήστε καλύτερα...
Από έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα...
Στην ταινία ξετυλίγονται αργά σκηνές σαν κομμάτια κι αποσπάσματα μιας αξημέρωτης νύχτας...
Στιγμιότυπα, σαν εκείνα του Ρόμπερτ Όλτμαν, μικρές σταγόνες ζωής ή θανάτου, στην χώρα των ζωντανών νεκρών...

"Έτσι που τη ζωή σου χάλασες εδώ
σ' όλην τη γή,τη χάλασες..."
(Κ.Καβάφης)

Με υποφωτισμένα πλάνα, η ταινία μοιάζει με τον εφιάλτη που σε δένει μαζί του τα ξημερώματα, πριν χαράξει η πρώτη αχτίδα, και σε ακινητοποιεί, έτσι ώστε να νιώθεις ότι θέλεις να ξυπνήσεις, κι ωστόσο να είσαι μουδιασμένος, καθηλωμένος και άλαλος.

Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι...μόνοι άνθρωποι, χωρίς ψιμύθια, κατάχλωμοι σαν να βγήκαν μόλις από τον τάφο, ή σαν να ετοιμάζονται να διαβούν τις πύλες του Άδη.

Άνθρωποι ρομπότ, αλκοολικοί, που ακόμα και στο μεθύσι τους υπακούουν τον bartender, ο οποίος τούς δηλώνει κάθε φορά, ότι "αύριο είναι μια άλλη μέρα"!
Μια άλλη μέρα, ίδια κι απαράλλαχτη με την προηγούμενη...

Άνθρωποι, που πίσω από τις λαμπερές μάσκες-"πορσελάνες" (στην φανταστική και συνάμα ανατριχιαστική σκηνή με το τραπεζομάντηλο), επωάζουν το αυγό του φιδιού, τον ναζισμό!

Απροκάλυπτα, έτσι, χωρίς περιστροφές, ο Andersson φωτογραφίζει το σύγχρονο πρόσωπο του ναζισμού, καλυμμένο με την λατρεία του παρελθόντος!
Καταπληκτικό στιγμιότυπο!
Ο εργάτης τραβάει το λινό τραπεζομάντηλο,
για να αποκαλύψει "κατά λάθος" τις σβάστικες!
Οι πορσελάνες, πανάκριβα σερβίτσια-αντίκες, συντρίβονται στο πάτωμα κι ο εργάτης οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα, όπου ο "δήμιος" για να την λειτουργήσει, καταφεύγει στο εγχειρίδιο χρήσης, ( manual ), ενώ οι θεατές της εκτέλεσης "θεώνται" τρώγοντας pop corn!

Ο καταδικασμένος σε θάνατο, βιώνει την ηλεκτρική καρέκλα στον εφιάλτη του,
( μας τον διηγείται, καθηλωμένος μέσα στις λαμαρίνες του αμαξιού του, σε ένα traffic, από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει ), ενώ συγχρόνως στην πραγματικότητα, βιώνει ένα μόνιμα δυσοίωνο όνειρο, το οποίο τον χειραγωγεί και τον παγιδεύει, σαν ιστός αράχνης.


Ο έρωτας/σεξουαλική πράξη, στην ευνομούμενη αυτή πόλη, τελείται μηχανικά το ίδιο και ο θάνατος.

Υπάρχει ένας ιδανικός τόπος, MONO για αυτούς που ερωτεύονται/αγαπούν και για αυτούς που πεθαίνουν!
Κάπου μακριά, μια πανέμορφη γη, ηλιόλουστη.

Την τραγουδούν και την ονειρεύονται...την ποθούν, αλλά είναι τόσο άπιαστη!
Μια ιδεώδης πολιτεία απολαύσεων.

Καταρρακτώδεις βροχές και καταθλιπτικοί χειμώνες, άχαρα κτίρια, άδειοι χώροι, χωρίς προσωπικότητα, αποστειρωμένοι, όλα γκρίζα και μονότονα, ακόμα και η χαρά είναι γκρίζα.
Το παιδικό παιχνίδι γίνεται στους ακάλυπτους των κτιρίων.

Τόσο απαισιόδοξος είναι ο Roy Andersson?

Πιο πεσιμιστής από ποτέ, πιο μαύρος από ποτέ, πιο τραγικά χιουμορίστας από ποτέ!
Τον απεκάλεσαν σουρεαλιστή, εξ αιτίας της προηγουμένης ταινίας του.

Αν σουρεαλιστικά είναι όλα, όσα βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στις μεγαλουπόλεις, και στις απρόσωπες "ευνομούμενες" κοινωνίες, ναι, θα συμφωνούσα κι εγώ!


Αλλά, όπως ο Thomas Vinterberg στο Festen ( Δανία 1998 ), ξετυλίγει την ανθρώπινη τραγωδία μέσα από τον ιστό μιας καθ' όλα αξιοπρεπούς και ευτυχισμένης οικογένειας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Roy Andersson, καταγράφει την, σε κατάσταση "λήθης", αποστείρωση του κοινωνικού ιστού της ίδιας, καθ' όλα αξιοπρεπούς κι ευτυχισμένης κοινωνίας.

Τα ζώντα κύτταρα του σώματος αυτού, που παραπαίει ανάμεσα στον ληθαργικό "ξύπνιο"
και στα τρομακτικά όνειρα, είναι τα βαριά χάλκινα πνευστά, και τα τύμπανα, σε σκηνές απόλυτης ακινησίας, με τους ήχους της "ακάθαρτης τζαζ", να κάνουν ιλιγγιώδεις διαδρομές προς την Luisianna του αμερικανικού Νότου!

Ο Roy Andersson γίνεται τόσο τολμηρός, αιρετικός και αθυρόστομος, ( με την κυριολεξία του όρου, κι όχι εκστομίζοντας βρισιές! ), όταν βάζει στο στόμα του ψυχίατρου τα εξής τρομακτικά λόγια:

"Έρχονται εδώ άνθρωποι και μού ζητούν να τους κάνω ευτυχισμένους. Είναι ΚΑΚΟΙ, ( mean ) ΚΑΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ. Έπαψα εδώ και καιρό να προσπαθώ, στις συνεδρίες μαζί τους. Τώρα πια, τούς γράφω χάπια, ολοένα και πιο ισχυρά"!

Αν τολμάει ένας σκηνοθέτης να ΠΕΙ κάτι τέτοιο, κι όχι απλά να το υπονοήσει, ότι δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος, έτσι που έχει καταντήσει, ή αν θέλετε, έτσι που έχει αφήσει να τον καταντήσουν, ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ,
ε, τότε, εγώ προσωπικά τον θεωρώ κάτι παραπάνω από τολμηρό!

Τον θεωρώ ΓΕΝΝΑΙΟ!

Το να βλέπεις κατάματα την αλήθεια, και να την κοινωνείς σε μερίδα του κόσμου, σε όσους τέλος πάντων θα δούν την ταινία σου, κινδυνεύοντας μάλιστα να γίνει μισητός,

αυτόματα σε κατατάσσει σε μια εκλεκτική μερίδα ανθρώπων, με την οποίαν προσωπικά θα ήθελα και θα επεδίωκα να διατηρώ εκλεκτικές συγγένειες!

Σταματάει εκεί ο Roy Andersson?
Όχι, βεβαια!

Όπως ανέφερα στην αρχή, είναι πιο τολμηρός και πιο ώριμος από ποτέ!


Προτείνει λύσεις!

Προτείνει εφιάλτη!
Ζώντα εφιάλτη!

Τα βλέμματα των σε "λήθη" ζωντανών - νεκρών στρέφονται αργά- αργά από τα ασήμαντα κι ευτελή στιγμιότυπα της άτυπης ευμάρειάς τους, προς τον ουρανό, που ανοίγει το ομιχλώδες παραπέτασμά του από βαριά, μολυβένια σύννεφα, για να αποκαλύψει
την ειδυλλιακά πανοραμική καλλονή της πόλης, έναν γήινο παράδεισο, που από ψηλά καθαίρεται κι εξαγνίζεται,
με την επερχόμενη απειλή, που ήδη βιώνει ο υπόλοιπος μισός πλανήτης.

"Βρέχει ( Βόμβες ) πάνω από το Σαντιάγκο"
( Il pleut sur Santiago - 1976 )


ή αλλιώς


DESTROY IT ALL!


Κatia A. 2007




The Film Trailer

Λυσσασμένη Γάτα-Tennessee Williams







Cat On A Hot Tin Roof : Η Λυσσασμένη Γάτα.

Tο θεατρικό έργο του Tennessee Williams, γραμμένο το 1955 είναι ένα μοναδικό ψυχογράφημα χαρακτήρων, οι οποίοι παραπαίουν ανάμεσα στα όρια της λογικής και της παράνοιας. H κεντρική ηρωίδα Maggie είναι εγκλωβισμένη σε ένα γάμο συμβιβασμού και συμφέροντος και ζητά απεγνωσμένα attention (προσοχή, αγάπη). Η Maggie είναι η Cat, η Γάτα, που έχει παγιδευτεί από τις ίδιες της επιλογές και γιαυτό αντιδρά πρωτόγονα, λυσσασμένα. Ο τίτλος του έργου αποδόθηκε πολύ επιτυχημένα στα ελληνικά: "H Λυσσασμένη Γάτα".
Έχει ανεβεί σε πολύ σπουδαίες θετρικές παραστάσεις, αλλά την ηρωίδα, την Maggie, σημάδεψε με την ερμηνεία της στον κινηματογράφο η πανέμορφη Elizabeth Taylor, στην ταινία του 1958, σκηνοθετημένη από τον Richard Brooks, ο οποίος αντικατέστησε τον George Cukor, που ήταν η αρχική επιλογή των studios για τη σκηνοθεσία.






Με τον ίδιο τρόπο, τον κεντρικό ήρωα Stanley Kowalski του θεατρικού έργου
A streetcar Νamed Desire,
που έγινε ταινία υπό τη σκηνοθετική μπαγκέττα του Elias Kazan το 1951 και αποδόθηκε στα ελληνικά "Λεωφορείον ο Πόθος", σημάδεψε με την δική του μοναδική, τρυφερή και συνάμα ανάλγητη περσόνα ο στοιχειώσας τα όνειρα των απανταχού γυναικών της εποχής Marlon Brando.
Ο Stanley Kowalski ασκεί έναν ζωώδη μαγνητισμό στην εύθραυστη και παρηκμασμένη Blanche. Η σχέση αυτή, καταστροφική για την Blanche, είναι κάτι παραπάνω από καταδικασμένη. Πάλι αδιέξοδα, πάλι deadend.
Το προσφιλές θέμα του Tennessee Williams.

O Tennessee Williams, (1911-1983) του οποίου το πλήρες όνομα είναι Thomas Lanier Williams, είναι ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς της Αμερικανικής Mεταπολεμικής Λογοτεχνίας (Post War Αmerican Literature). Έχει τιμηθεί δύο φορές με το βραβείο Pulitzer δραματικού συγγραφέα για τα έργα του
Α Streetcar Named Desire το 1948
και
Cat On A Hot Tin Roof το 1955.


Katia A. 2006

Los Olvidados


Los Olvidados του Luis Buñuel.

Οι ξεχασμένοι, οι λησμονημένοι από θεούς και ανθρώπους, αγγέλους και δαίμονες, από την ίδια τη ζωή, αφημένοι στη λάσπη, στις παραγκουπόλεις, στη μοίρα τους. Και είναι η μοίρα ανελέητη. Όχι, δεν είναι η μεταφυσική μοίρα, δεν την έχει ορίσει κάποια θεία σύμπασα αρμονία, δεν την έχει εγκρίνει κάποιος ανώτερος εγκέφαλος για την επίτευξη ενός υπέρτατου σχεδίου.
Οι Λησμονημένοι (Los Olvidados), είναι οι φτωχοδιάβολοι, τα χαμίνια, τα «αλητάκια», οι μικροαπατεώνες και μελλοντικοί τρόφιμοι των φυλακών, οι olvidados είναι οι παραπεταμένοι, αυτοί που υπάρχουν για να ολοκληρώνεται η «κοινωνική διαστρωμάτωση», αυτοί που κλέβουν, σκοτώνουν, εκδικούνται, αυτοί που ποτέ δεν πάνε μακριά. Πάνε μόνο μέχρι το θάνατο. Φλερτάρουν μαζί του, τον σκορπάνε απλόχερα και το ίδιο απλόχερα τους προσφέρεται. Σαν το ύψιστο δώρο.
Η ταινία του Luis Buñuel, την οποίαν παρακολούθησα απόψε σε Αθηναϊκό κινηματογράφο είναι γυρισμένη το 1950. Θα μού πεις: Ε! Σιγά! Έχουν περάσει
πενήντα τόσα χρόνια από τότε! Ο κόσμος έχει αλλάξει,
υπάρχει πολιτισμός και αφθονία αγαθών !




Ναι, ο κόσμος έχει αλλάξει. Αλλά οι φαβέλλες ζουν και βασιλεύουν! Η παιδεραστία στις τριτοκοσμικές χώρες ανθεί. Ευυπόληπτα μέλη των δυτικών κοινωνιών πηγαίνουν διακοπές σε χώρες του τρίτου κόσμου, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ανηλίκου, που κάνει τα πάντα για λίγα κέρματα!
Ναι, ο κόσμος άλλαξε, αλλά η παιδική εκμετάλλευση συνεχίζει να ανθεί και να βασιλεύει!
Ναι, ο κόσμος άλλαξε, αλλά η Αφρική και η λατινική Αμερική εξακολουθούν να μαστίζονται από φτώχεια και ασθένειες, και χούντες…χούντες…χούντες!
Η ταινία του Buñuel, είναι αριστουργηματική, όχι μόνο για το θέμα της-κι άλλοι πολλοί προσπάθησαν να μας τα πουν, χωρίς τόση επιτυχία-αλλά κυρίως για τον τρόπο γραφής της.
Ο δημιουργός δεν καταφεύγει ούτε μία στιγμή στον διδακτισμό, ούτε μία φορά δεν νοιώθεις να σου κουνά το δάκτυλο υποδεικνύοντας. Δεν βλέπεις μέσα από τα μάτια των ηρώων, βλέπεις τους ήρωες να κινούνται με προδιαγεγραμμένες κινήσεις, δεν τους προσεγγίζει με συμπάθεια, δεν παίρνει το μέρος τους, δεν σού υποθάλπει ενοχές, στα πετάει όλα στα μούτρα έτσι ψυχρά και με δεινή χειρουργική ακρίβεια. Μέσα σε 80 λεπτά μας πετάει στα όμορφα καλογυαλισμένα μούτρα μας όλη τη λάσπη και τη βρωμιά, όλη την εξαθλίωση και το αδιέξοδο, όλο το υποβόσκον σκουπίδι!



Δεν χαρίζεται σ’ αυτήν την κοινωνία των ζωντανών-νεκρών, δεν τους χαϊδεύει, δεν φαίνεται καν να τους δικαιολογεί. Είναι κι αυτοί συνένοχοι στην αδιαφορία, στην έλλειψη αγάπης, στην χλεύη, στο φόβο, στην απόκρυψη του εγκλήματος.
Ο Luis Buñuel σαν δεινός χειρουργός, στο τέλος αυτής της ταινίας, μας παραδίδει ένα κοινωνικό πτώμα, το οποίο έχει υποστεί νεκροτομή και αρχίζει να σήπεται.
Το οποίο όμως δεν έχει καν μπει στη φορμόλη.
Γιαυτό αγαπώ το σινεμά verite, γιατί μετά την γροθιά στο στομάχι, αισθάνομαι πιο ζωντανή!

Βλέποντας αυτήν την ταινία και κάνοντας όλες αυτές τις σκέψεις, ένα τραγούδι των doors καρφώθηκε στο μυαλό μου, ίσως φανεί άσχετο, αλλά ποιός μπορεί να αποφύγει τους συνειρμούς;
Love Me Two Times
by The Doors

Love me two times, baby
Love me twice today
Love me two times, baby
I'm goin' away
Love me two times, baby
One for tomorrow
One just for today
Love me two times
I'm goin' away

Love me one time
Could not speak
Love me one time
Yeh my knees got weak
love me two times, baby
Last me all through the week
Love me two times I'm goin' away
Love me two times I'm goin' away
Oh, yes

Love me two times, baby
Love me twice today
Love me two times, baby
I'm goin' away
Love me two times, baby
One for tomorrow
One just for today
Love me two times
I'm goin' away

Love me two times, baby
Love me twice today
Love me two times, baby
I'm goin' away
Love me two times, baby
One for tomorrow
One just for today
Love me two times
I'm goin' away

Love me two times
I'm goin' away
Love me two times
I'm goin' away.
Katia A. 2006

Citizen Kane

........
( Όλον τον Αύγουστο, στο blog θα ακούγονται κομμάτια,
που έχει ερμηνεύσει μοναδικά
ο Δημήτρης Χορν,

καθώς και κομμάτια από την
"Οδό Ονείρων"

του Μάνου Χατζιδάκι )



Orson Welles:

Πρόκειται για ένα μεγαθήριο του κινηματογράφου, ένα ιδιοφυές μυαλό, μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, έναν δημιουργό, που σφράγισε με τις ταινίες του την 7η τέχνη!
Μόλις προχτές στα σχόλια της εγγραφής μου για το αριστούργημα του Αντονιόνι, ΕΚΛΕΙΨΗ, αναφέρθηκε ο Orson Welles, σαν κορυφαίος δημιουργός, και μόλις δυό μέρες μετά, φιγουράρει σαν η ευτυχέστερη των συγκυριών, η ταινία του «Πολίτης Κέ
ιν» σε αθηναϊκό θερινό κινηματογράφο.
Το σινεμά Ηλέκτρα, το παλιό, καλό σινεμαδάκι, μάς έκανε τη χάρη! Βέβαια, βρίσκεται στην «βαθιά Αθήνα». Κάπου σχεδόν τέρμα Πατησίων, και ως γνωστόν η Πατησίων, από ένα σημείο και μετά, ας πούμε μετά την Αγίου Μελετίου, είναι μια πολύ δυσάρεστη, έως και τραυματική εμπειρία!
Τέλος πάντων, σφίξαμε την καρδιά μας και πήγαμε, γιατί ως γνωστόν η τέχνη θέλει θυσίες!


Ο ήχος στην αρχή είχε κάποια προβλήματα, αλλά στην πορεία διορθώθηκε και απολαύσαμε πραγματικά ένα μεγαλούργημα!
Μια ταινία, τόσο προχωρημένη για την εποχή της, η οποία ξεδιπλώνει τη ζωή του Charles Foster Kane, του μεγιστάνα του τύπου,
( To film γυρίστηκε το 1941. Το σενάριο είναι συνεργασία του Orson Welles με τον Herman J. Mankiewicz. Η ταινία είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σε ηλικία 25 ετών! )
και σκηνοθετικά και σεναριακά, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι σημερινή, τόσο τρομακτικά επίκαιρη είναι, μετά μάλιστα και την πρόσφατη είδηση ότι ο σύγχρονος media tycoon, Rupert Murdoch, απέκτησε και την 38η εφημερίδα του, την Wall Street journal.
Κατά κάποιον διαβολικά ειρωνικό τρόπο, στην ταινία αναφέρεται, ότι ο Kane εκδίδει πάνω από 37 εφημερίδες, μεταξύ όλων των υπόλοιπων πλουτοπαραγωγικών πηγών, που ελέγχει.
Φυσικά την εποχή εκείνη, την δεκαετία του '40 και μετέπειτα, ο τύπος και οι κριτικές ταύτισαν τον Κέιν με τον μεγιστάνα του τύπου της τότε εποχής, τον Hearst!




Ο Orson Welles μας βάζει μέσα στο κλίμα της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του Κέιν, καδράροντας το Ζαναντού ( Xanadu ), το τεράστιο παραμυθένιο κάστρο, που έχτισε για να στεγάσει την συζυγική του ζωή με την αποτυχημένη «τραγουδίστρια» Suzan Alexander, την οποίαν έκανε δεύτερη σύζυγό του και την οποίαν ο στενός του φίλος και θεατρικός κριτικός χαρακτήρισε σαν την αποτύπωση του μέσου αμερικανού!
Το Ζαναντού βρίσκεται σε ένα απρόσιτο ύψωμα, και η βαριά καγκελόπορτα φράζει την είσοδο σε όλους τους ανεπιθύμητους εισβολείς με την τεράστια ταμπέλα NO TRESPASSING.
( Έχω κάνει ποστ στο παρελθόν, για την μονομανή προσκόλληση των αμερικανών στο καθεστώς ιδιοκτησίας, που τούς οπλίζει και το χέρι συχνά...)


Ο πολίτης Κέιν, όπως όλοι οι μεγιστάνες, συσσωρεύει αμύθητους θησαυρούς, έργα τέχνης, πίνακες, αγάλματα (τα οποία δεν ανοίγει καν από τα κιβώτιά τους ), στο σύγχρονο παλάτι του, αλλά πεθαίνει μόνος, κρατώντας μια γυάλινη σφαίρα, στην οποία χιονίζει, όταν την αναταράξεις...
Μια μαγική κρυστάλλινη μπάλα, μπροστά στην οποία, όλα τα παιδικά μάτια, ανοίγουν διάπλατα κι έκθαμβα, για τον πανέμορφο, μυστικιστικό κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους…






Έτσι λοιπόν, η σκηνοθετική μαεστρία του Orson Welles, και η άφθαστη καλλιτεχνική του μπαγκέτα, συνθέτουν μια πολύμορφη και πολυδιάστατη έναρξη της ταινίας.
1ον. Το παραμύθι, το απόκοσμο, το απρόσιτο, δηλαδή το Ζαναντού,
2ον. μία ταινία μέσα στην ταινία, δηλαδή τα Επίκαιρα, που παρουσιάζουν τον θάνατο του μεγιστάνα και την πορεία της ζωής του, και
3ον. την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, που κρατούσε, σε συνδυασμό με
ΤΗΝ ΛΕΞΗ κλειδί, την τελευταία του πριν πεθάνει,
η οποία γίνεται αφορμή για την ενδελεχή έρευνα της προσωπικότητας του Κέιν.
Μία μικρή ποιητική λέξη: Rosebud, δηλαδή μπουμπούκι!
Κανείς δεν μπορεί να ερμηνεύσει την τελευταία λέξη του μεγιστάνα του τύπου,
κι έτσι σοφά δίνεται η σκηνοθετική λύση: Συνεχή flashbacks, μέσω της έρευνας,
που κάνει ο δημοσιογράφος, ερευνώντας τη ζωή και την προσωπικότητα του Κέιν.


Άλλωστε η σημειολογία των λέξεων Έρευνα / Ερευνητής, διαποτίζει ολόκληρη την ταινία, αφού έτσι ονομάζεται και η πρώτη εφημερίδα του Κέιν:
New York Inquirer.


Η προσωπικότητα του μεγιστάνα, ξετυλίγεται αργά και μεθοδικά. Η ταινία βρίθει συμβολισμών και πρωτοποριακών για την εποχή της λήψεων.



Υποκειμενικά πλάνα, ευφάνταστοι, υποβλητικοί φωτισμοί, χρήση ευρυγώνιων φακών, που προσδίδουν την αίσθηση του δέους, παιχνίδι με τους όγκους και τις διαστάσεις, που συνειρμικά ανυψώνουν ή καταβαραθρώνουν το υποκείμενο,
στη συνείδηση του θεατή, διείσδυση του παρόντος στο παρελθόν και τανάπαλιν, άρτια σκιαγράφηση των δευτερευόντων χαρακτήρων, και μια αφηγηματική διαλεκτική, που ακόμα και σήμερα, πολλοί δημιουργοί θα ζήλευαν, και σίγουρα πολύ λίγοι πλησίασαν.

Το χιόνι σαν υπέρτατο σύμβολο αγνότητας και αθωότητας, είναι το εναρκτήριο λάκτισμα για να εισαχθεί ο θεατής στα γεγονότα!

Και είναι αυτό, που στην συνέχεια θα αναζητά ο ήρωάς μας, αλλά πλέον θα το βρίσκει ουσιαστικά, μόνο στην μαγική, γυάλινη σφαίρα.
Ο μικρός Charles, παίζει αμέριμνος στα χιόνια, και είναι ευτυχισμένος. Πραγματικά ευτυχισμένος!
Η σκηνή του παιδιού μέσα στην υπέρτατη χαρά και ξεγνοιασιά του καδράρεται και παρουσιάζεται μέσα από το υποκειμενικό πλάνο της ματιάς της μητέρας του, η οποία παρακολουθεί το παιδί από το σκοτεινό εσωτερικό του φτωχικού σπιτιού τους. Κατάλευκο χιόνι, παιδικό παιχνίδι, ευτυχία και αγνότητα συνθέτουν τον εξωτερικό χώρο, ενώ μέσα στο σκοτεινό, εσωτερικό χώρο εξυφαίνεται η ίντριγκα.
Η μητέρα προσπαθεί και καταφέρνει να πείσει τον πατέρα να σταλεί ο μικρός Κέιν στην Nέα Υόρκη, όπου τον περιμένουν λαμπρές σπουδές και μέλλον.

Ο μικρός δεν δέχεται ευχάριστα την είδηση και με το μικρό του έλκηθρο, με το οποίο χαιρόταν ζωή και παιχνίδι στο χιόνι, επιτίθεται στο μέλλοντα μέντορά του…

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Κέιν είναι ένας ιδεαλιστής νέος, ιδιοκτήτης εφημερίδας. Φιλοδοξεί να σταθεί στο πλευρό των αδύναμων, αναζητά την αλήθεια με πάθος και διακηρύσσει με θέρμη τις αρχές του, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του, πιστεύοντας ακράδαντα, ότι θα μείνει πιστός σε αυτές για πάντα. Όταν συντάσσει γεμάτος ενθουσιασμό, την διακήρυξη, ο φίλος του τού ζητά να φυλάξει αυτό το χειρόγραφο, παρατηρώντας, ότι κάποτε θα αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο.
Η ταινία έχει πληθώρα από καταπληκτικές στιγμές και οξυδερκείς διαλόγους, ώστε είναι πολύ δύσκολο να απομονώσει κανείς κάποιους.


Καθώς στην αναζήτηση του νοήματος της μυστηριώδους λέξης Rosebud, ξεδιπλώνονται οι δευτερεύοντες χαρακτήρες της ταινίας, εισχωρούμε κι εμείς οι θεατές, μαζί με τον δημοσιογράφο, σιγά-σιγά και διεισδύουμε στην προσωπικότητα του Κέιν, ή σε αυτό στο οποίο μετεξελίχθηκε ο Κέιν με την πάροδο του χρόνου.
Και αυτή είναι η τραγική ειρωνεία, της ταινίας, και ο λόγος για τον οποίον είναι μια μεγίστη ταινία, διότι περιέχει ψήγματα αρχαίας τραγωδίας. Αυτό δηλαδή για το οποίο αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή, να κρατήσει το public eye μακριά από την ιδιώτευσή του, να απομονωθεί στον δικό του ιδεατά ιδανικό και παραμυθένιο κόσμο, και να υπενθυμίζει αυτή του τη βούληση με την τεράστια ταμπέλα, που προκλητικά «κραυγάζει» NO TRESSPASSING, καταρρέει με απίστευτη ευκολία, για να αποκαλυφθεί, ότι ο μεγιστάνας ήταν διάτρητος.
Μόνος, μοναχικός, εγκαταλελειμμένος!
Όλες του οι ενέργειες σκόπευαν στην κατάκτηση της αγάπης. Αναζητούσε απεγνωσμένα την αγάπη του κοινού του, την αγάπη των γυναικών του, την αγάπη των συνεργατών και φίλων του.

Την αγάπη, που τού στέρησαν όταν ήταν αθώο, τρυφερό παιδάκι...

Την βρήκε;

Η σκηνοθετική μεγαλοφυΐα του Όρσον Γουέλς, φτάνει στο αποκορύφωμα, όταν εγκαταλελειμμένος από την δεύτερη γυναίκα του, στέκεται στο αχανές του μεγάρου του, εξουθενωμένος και μειωμένος, σε αντιδιαστολή με τις τεράστιες διαδοχικές πύλες, που τον εκμηδενίζουν σαν όγκο και σαν οντότητα.



Και έρχεται η αριστουργηματική σκηνή με τους πολλαπλούς καθρέφτες,
( την οποίαν επαναλαμβάνει σαν σκηνή ορόσημο πλέον, στον κινηματογράφο στην ταινία του The Lady From Shanghai, με τη Rita Hayworth ), όπου ο θεατής βλέπει όχι έναν, αλλά πολλαπλούς Κέιν, να αυξάνονται σε βάθος στην οθόνη και κατόπιν να εξαφανίζονται.

Είναι ο αγαπημένος συμβολισμός του Γουέλς, οι πολλαπλές πλευρές της προσωπικότητας του ατόμου, που πρώτος αυτός, με την δαιμόνια δημιουργική του αναζήτηση εισήγαγε στο σινεμά, με το καταπληκτικά λειτουργικό και αισθητικά άψογο εύρημα των πολλαπλών ειδώλων στον καθρέφτη, εύρημα που μιμήθηκαν, ή με το οποίο τον τίμησαν σινεφιλικά αναφερόμενοι στο έργο του, πλείστοι όσοι σκηνοθέτες έκτοτε ,
( στην Κυρία από την Σαγκάη, η προσωπικότητα αυτή συντρίβεται σε χίλια κομμάτια ).



Εδώ το πολυδιάστατο του χαρακτήρα του Κέιν, παραμένει ακέραιο και μυστηριώδες.


Ο δε θεατής γίνεται κοινωνός και συνένοχος του επτασφράγιστου μυστικού της λέξης Rosebud, στην τελευταία σεκάνς της ταινίας, σε αντίθεση με το public eye, τον δημοσιογράφο, δηλαδή, που παραμένει στην απλή επαγγελματική προσέγγιση του μεγιστάνα.

Και ο Γουέλς, αυτός ο ιδιοφυέστατος δημιουργός, μας κάνει κοινωνούς, κλείνοντάς μας το μάτι, συνωμοτικά, επαναφέροντάς μας στην παιδική κατάλευκη αγνότητα, γιατί στην ουσία αγαπάει τον Κέιν του πολύ, και το ίδιο ζητά και από εμάς τους θεατές, να τον αγαπήσουμε και να τον κατανοήσουμε, αποκαλύπτοντάς μας με αριστοτεχνικό τρόπο το κρυμμένο νόημα του μπουμπουκιού…

Κatia A. 2007